Ο Βίλχελμ Μάιστερ μέσα από μια Ορθόδοξη ματιά
Ο Βίλχελμ Μάιστερ είναι ίσως το πιο καθαρό δείγμα του τι πίστευε ο Γκαίτε για τον άνθρωπο. Δύο βιβλία, δύο στάδια μιας ζωής, πρώτα τα μαθητικά χρόνια, όπου ο νεαρός Βίλχελμ αφήνει το εμπόριο του πατέρα του για να ζήσει το θέατρο, τον έρωτα, την περιπλάνηση.Μετά τα χρόνια της περιπλάνησης, όπου ο ίδιος άνθρωπος, πιο ώριμος, μαθαίνει να παραιτείται από τα όνειρά του για χάρη κάτι πιο πρακτικού, πιο κοινωνικά χρήσιμου. Ανάμεσα στα δύο, μια ολόκληρη κοσμοθεωρία για το πώς φτιάχνεται ένας άνθρωπος.
Ξεκινάμε από τον πύργο. Στο τέλος των μαθητικών χρόνων του Βίλχελμ αποκαλύπτεται, πως όλη του την ζωή τον παρακολουθούσε, κρυφά, μια μυστική εταιρεία, η Turmgesellschaft, η εταιρεία του πύργου. Άνθρωποι με ρόλους, με σχέδιο, που τον οδηγούσαν χωρίς να το ξέρει προς μια συγκεκριμένη ωρίμανση. Στο τέλος του δίνουν ένα πιστοποιητικό μαθητείας, σαν να αποφοίτησε από μια σχολή ζωής. Η σκηνή αυτή είναι καθαρά τεκτονικής αισθητικής. Μυστικοί δάσκαλοι, σταδιακή αποκάλυψη της αλήθειας, ένας νέος που περνάει δοκιμασίες χωρίς να γνωρίζει ποιος πραγματικά τον καθοδηγεί, και στο τέλος μια τελετή αναγνώρισης.
Εδώ ακριβώς μπαίνει η πρώτη ένσταση. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει κρυφός δάσκαλος που σε παρακολουθεί από απόσταση, σχεδιάζοντας την ωρίμανσή σου εν αγνοία σου. Η σχέση με τον Θεό δεν είναι σχέδιο τρίτου προσώπου πάνω σου, είναι προσωπική συνάντηση, ανοιχτή, μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Ο Θεός δεν σε παρακολουθεί κρυφά για να σε αξιολογήσει και να σου δώσει, όταν είσαι έτοιμος, το δίπλωμα της ωριμότητας. Σε καλεί φανερά, από την πρώτη στιγμή, σε μια σχέση αγάπης που δεν κρύβεται πίσω από σκηνικά και συμβολισμούς.
Το δεύτερο σημείο αφορά στην ιστορία της Μινιόν και του Αρπιστή. Είναι οι πιο τραγικές μορφές του βιβλίου, δύο άνθρωποι με βαθιά, σχεδόν αμαρτωλή ενοχή στο παρελθόν τους (αιμομικτική καταγωγή, κρυφό μυστικό), που πεθαίνουν και οι δύο χωρίς λύτρωση, χωρίς μετάνοια με την έννοια που την εννοεί η Εκκλησία. Ο Γκαίτε τους αντιμετωπίζει με βαθιά συμπόνια, αλλά η συμπόνια αυτή είναι αισθητική, όχι σωτηριολογική. Το τραγικό τους τέλος γίνεται όμορφο, μελαγχολικό, αξέχαστο ,αλλά όχι λυτρωμένο. Η Ορθοδοξία δεν θα άφηνε ποτέ έναν άνθρωπο να πεθάνει όμορφα τραγικός. Θα ζητούσε τη μετάνοια ως πραγματική δυνατότητα μέχρι την τελευταία στιγμή, γιατί για την Εκκλησία δεν υπάρχει ενοχή τόσο βαθιά που να μην μπορεί να ανασυρθεί από τη Χάρη. Ο Γκαίτε γράφει καλή λογοτεχνία εδώ, αλλά η λογοτεχνία του κλείνει την πόρτα εκεί που η θεολογία θα την άφηνε ανοιχτή.
Το τρίτο σημείο, και ίσως το πιο ενδιαφέρον. Η έννοια της Entsagung, της παραίτησης, που κυριαρχεί στα χρόνια της περιπλάνησης. Ο Βίλχελμ μαθαίνει, μεγαλώνοντας, να παραιτείται από το θέατρο, από κάποιους έρωτες, από τη μεγάλη ατομική του φιλοδοξία, για χάρη μιας ζωής πιο χρήσιμης στην κοινότητα. Καταλήγει γιατρός, χειρουργός, άνθρωπος πρακτικός. Με την πρώτη ματιά αυτό μοιάζει με χριστιανική άσκηση διότι κι εκεί ζητείται παραίτηση από το εγώ. Αλλά η ομοιότητα είναι επιφανειακή. Ο Βίλχελμ παραιτείται για να γίνει πιο χρήσιμος στην κοινωνία, πιο λειτουργικός, πιο ισορροπημένος, η παραίτησή του έχει οριζόντιο, κοινωνικό τέλος.Στην Εκκλησία όμως τα πράγματα αλλάζουν.Παραιτείσαι από το θέλημά σου όχι για να χρησιμεύσεις καλύτερα στην κοινωνία, αλλά για να αδειάσεις τον εαυτό σου και να χωρέσει μέσα σου ο Θεός. Ο ασκητής δεν νηστεύει για να γίνει καλύτερος πολίτης αλλά για να δει καθαρότερα το πρόσωπο του Χριστού. Η μια παραίτηση κοιτάζει προς τα έξω, προς τον κόσμο, η άλλη κοιτάζει προς τα πάνω….
Το ίδιο ισχύει και για τον χαρακτήρα της Νατάλι, την Αμαζόνα του μυθιστορήματος, που παρουσιάζεται σχεδόν σαν ιδανικό πρότυπο ισορροπίας και αρετής. Είναι όμορφη ηθικά, αλλά η αρετή της είναι αυτάρκης δεν χρειάζεται τη Χάρη, χρειάζεται μόνο σωστή ανατροφή και φυσική καλοσύνη. Είναι το ίδιο σχήμα που βλέπουμε παντού στο βιβλίο. Ο άνθρωπος μπορεί, με σωστή καθοδήγηση και δική του προσπάθεια, να φτάσει σε μια πλήρη, αρμονική ζωή. Δεν χρειάζεται να πεθάνει και να αναστηθεί μέσα του τίποτα. Χρειάζεται μόνο να ωριμάσει.
Κι αυτό είναι, τελικά, το βαθύτερο πρόβλημα που βλέπει η Ορθοδοξία σε ολόκληρο τον Μάιστερ. Δεν είναι κακό βιβλίο, ούτε εχθρικό στη θρησκεία, είναι, αντίθετα, βαθιά ηθικό, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο. Αλλά περιγράφει μια τελείωση χωρίς Πάσχα. Ο Βίλχελμ φτάνει στο τέλος του βιβλίου πιο σοφός, πιο χρήσιμος, πιο ήρεμος, αλλά όχι αναστημένος. Έμαθε να ζει καλύτερα μέσα στον κόσμο. Δεν πέθανε ποτέ πραγματικά ο παλιός εαυτός του για να γεννηθεί κάτι καινούργιο. Κι αυτή είναι, ίσως, η πιο ειλικρινής κριτική που μπορεί να κάνει η Ορθοδοξία στον Γκαίτε.Όχι πως έγραψε κάτι ψεύτικο, αλλά πως έγραψε μια ζωή ολοκληρωμένη χωρίς Σταυρό.
Χριστόδουλος Μολύβας

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου