Η Άγνωστη Ελληνική Απόβαση στη Βηρυτό. (1826)
Ενώ το 1826 τα γεγονότα στην Ελλάδα είχαν πάρει άσχημη τροπή, με το Μεσολόγγι να ψυχορραγεί και την επανάσταση να κινδυνεύει να σβήσει κάτω από την πίεση του Ιμπραήμ, μια ομάδα τολμηρών οπλαρχηγών αποφάσισε να κάνει το αδιανόητο.Να μεταφέρει τον πόλεμο χιλιόμετρα μακριά, στις ακτές του Λιβάνου.
Αυτή είναι η ιστορία της εκστρατείας στη Βηρυτό, μιας επιχείρησης που επιχειρήθηκε να συνδυάσει την ανακούφιση των εξεγερθέντων στην Ελλάδα με το όραμα μιας κοινής μοίρας για όλους τους Ρωμηούς της Ανατολής.
Η κατάσταση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα ήταν δραματική. Οι πόροι είχαν εξαντληθεί και η ανάγκη για έναν αντιπερισπασμό ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική. Οι οπλαρχηγοί που οργάνωσαν το σχέδιο δεν ήταν τυχαίοι.Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης (ένας Σέρβος που έγινε ήρωας της ελληνικής επανάστασης), ο Νικόλαος Κριεζώτης και ο Χατζημιχάλης Νταλιάνης (ο μετέπειτα ήρωας του Φραγκοκάστελλου).
Οι στόχοι τους ήταν φιλόδοξοι.Ήθελαν να αναγκάσουν την Υψηλή Πύλη να αποσπάσει στρατεύματα από την Ελλάδα για να προστατεύσει τις επαρχίες της στην Ανατολή και ταυτόχρονα να αποκτήσουν λάφυρα και τρόφιμα για τη συνέχιση του αγώνα.
Υπήρχε ελπίδα ότι οι Χριστιανοί του Λιβάνου (Μαρωνίτες και Ορθόδοξοι) και οι Δρούζοι θα έβλεπαν τους Έλληνες ως σπίθα ελευθερίας.
Η εκστρατεία αυτή, που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1826, δεν ήταν μια απλή επιδρομή, αλλά μια οργανωμένη στρατιωτική κίνηση. Συγκεντρώθηκε μια υπολογίσιμη δύναμη περίπου 2.000 έως 3.000 στρατιωτών, οι οποίοι μεταφέρθηκαν με έναν στόλο που αριθμούσε από 10 έως 15 πλοία, υπό τη ναυτική διοίκηση του έμπειρου Σαχτούρη.
Το σκηνικό της δράσης στήθηκε στη Βηρυτό, στην περιοχή που τότε οι Ευρωπαίοι ονόμαζαν Συρία του Κοίλου. Στο τιμόνι της χερσαίας δύναμης βρίσκονταν οι τρεις προαναφερθέντες οπλαρχηγοί, οι οποίοι παρά τις διαφορές τους, ενώθηκαν κάτω από το ριψοκίνδυνο αυτό σχέδιο.
Στις 19 Μαρτίου 1826, ο ελληνικός στόλος εμφανίστηκε ξαφνικά στα ανοιχτά της Βηρυτού. Η θέα των ελληνικών φλάμπουρων προκάλεσε πανικό στις οθωμανικές αρχές, καθώς κανείς δεν περίμενε μια τέτοια κίνηση τόσο μακριά από το Αιγαίο. Οι Έλληνες στρατιώτες αποβιβάστηκαν με ορμή και κατάφεραν να καταλάβουν ένα τμήμα της πόλης κοντά στην ακτή, κυρίως στην περιοχή όπου κατοικούσαν οι ντόπιοι Ρωμηοί.
Ξεσηκωθείτε και ενωθείτε μαζί μας!
Αυτό ήταν το κάλεσμα των Επτανησίων και των Ρουμελιωτών προς τους ντόπιους. Οι επαναστάτες έστειλαν επιστολές στον εμίρη των Δρούζων, Μπεσίρ Σιχάμπ, ζητώντας του να συμμετέχει. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε σκληρή. Παρά τη συμπάθεια ορισμένων ομάδων, οι ντόπιοι ήταν διστακτικοί. Είχαν ήδη υποφέρει από τις αυθαιρεσίες των Οθωμανών και φοβούνταν ότι μια αποτυχημένη εξέγερση θα σήμαινε την ολοκληρωτική τους εξόντωση.
Η άμυνα της πόλης οργανώθηκε γρήγορα από τον τοπικό Μουφτή και μια ομάδα ένοπλων πολιτών και στρατιωτών. Οι Έλληνες, αν και εμπειροπόλεμοι σε βουνά και κλεφτοπόλεμο, βρέθηκαν σε ένα άγνωστο και εχθρικό αστικό περιβάλλον.
Όταν έγινε γνωστό ότι μεγάλες οθωμανικές ενισχύσεις κατέφθαναν από τη Δαμασκό και την Άκρα, οι Έλληνες αρχηγοί συνειδητοποίησαν ότι ο χρόνος τους είχε τελειώσει. Χωρίς την εσωτερική εξέγερση που ήλπιζαν, η παραμονή τους θα ήταν αυτοκτονία. Μετά από μερικές ημέρες μαχών, επιβιβάστηκαν ξανά στα πλοία τους και αποχώρησαν, έχοντας ωστόσο καταφέρει να ταράξουν τα νερά της οθωμανικής διοίκησης.
Αν και η εκστρατεία στη Βηρυτό συχνά περιγράφεται ως μια ρομαντική αποτυχία, μας διδάσκει δύο πολύ σημαντικά πράγματα για την εποχή:
Οι Έλληνες αγωνιστές δεν έβλεπαν τον αγώνα τους ως μια τοπική διαφορά, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης σύγκρουσης με τον οθωμανικό δεσποτισμό.
Η Ρωμηοσύνη ένωνε τους Ορθόδοξους της Ελλάδας με εκείνους της Αντιόχειας, της Ιερουσαλήμ και της Βηρυτού.
Η απόπειρα του Βάσου Μαυροβουνιώτη και των συντρόφων του δείχνει ότι υπήρχε μια πίστη σε έναν κοινό κόσμο της Ανατολής που θα μπορούσε να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες της Αυτοκρατορίας. Μπορεί να μην κέρδισαν τη Βηρυτό, αλλά απέδειξαν ότι η ελληνική σημαία μπορούσε να φτάσει μέχρι τις παρυφές της ερήμου.
Χριστόδουλος Μολύβας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου