Γερμανο-Οθωμανικος Μιλιταρισμος, Εθνικος Διχασμος και η Υπαρξιακη Τραγωδια του Μικρασιατικου Ελληνισμου

 

Στρατάρχης Κολμάρ φον Γκολτς 

Η καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού το 1922 και η βίαιη εκρίζωσή του από τις πατρογονικές εστίες συχνά ερμηνεύονται μέσα από δύο απλουστευτικά σχήματα. Το πρώτο παρουσιάζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ένα παθητικό πιόνι, έναν απλό εκτελεστή ενός σκοτεινού σχεδίου που καταστρώθηκε εξολοκλήρου στο αυτοκρατορικό Βερολίνο. Το δεύτερο, αντιθέτως, υποτιμά τη γερμανική ανάμειξη, θεωρώντας τη συμμαχία μια ευκαιριακή σύμπραξη της στιγμής και τις διώξεις ένα αποκλειστικά τοπικό, εθνικιστικό ξέσπασμα μέσα στο χάος του πολέμου.

Η ιστορική πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Η Μικρασιατική Τραγωδία δεν υπήρξε ούτε μια καθαρά εισαγόμενη γερμανική συνωμοσία, ούτε όμως και ένα απομονωμένο ανατολικό φαινόμενο. Γεννήθηκε μέσα από την βαθιά, μακροχρόνια ιδεολογική και στρατιωτική σύγκλιση ανάμεσα στον πρωσικό μιλιταρισμό και τον υπαρξιακό πανικό της οθωμανικής ηγεσίας.

Ήθη και πρακτικές συναντήθηκαν σε μια σχέση αμοιβαίας εκμετάλλευσης, όπου η γερμανική θεωρία του ολοκληρωτικού πολέμου πρόσφερε τη μεθοδολογία και το εργαλείο, ενώ ο τουρκικός εθνικισμός παρείχε το κίνητρο και την πολιτική βούληση για την υλοποίηση μιας πρωτοφανούς εθνοκάθαρσης.

Η Πρωσική Μήτρα: Ο Φον ντερ Γκολτς και η Ιδεολογία του Λαού στα Όπλα

Η γερμανική επιρροή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ξεκίνησε το χαοτικό καλοκαίρι του 1914, αλλά είχε βαθιές ρίζες που εκτείνονταν τρεις δεκαετίες πίσω. Το πρόσωπο-κλειδί σε αυτή τη διαδικασία ήταν ο Γερμανός στρατηγός Κολμάρ φον ντερ Γκολτς, ο οποίος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 1883 για να αναδιοργανώσει εκ βάθρων τον οθωμανικό στρατό.

Ο Φον ντερ Γκολτς αναμόρφωσε ριζικά την σκέψη της νέας γενιάς Οθωμανών αξιωματικών, των ανθρώπων που αργότερα θα στελέχωναν το κίνημα των Νεότουρκων, όπως ο Εμβέρ και ο Ταλαάτ. Μέσα από το περίφημο έργο του, Ο Λαός στα Όπλα, ο Γκολτς εισήγαγε μια ριζοσπαστική για την εποχή θεωρία.Ο σύγχρονος πόλεμος δεν διεξάγεται πλέον μόνο ανάμεσα σε στρατούς, αλλά ανάμεσα σε ολόκληρες κοινωνίες. Για να επιβιώσει ένα κράτος, πρέπει ολόκληρο το έθνος να μετατραπεί σε μια πειθαρχημένη πολεμική μηχανή, ενώ κάθε εσωτερικό στοιχείο που θεωρείται αναξιόπιστο ή πολιτισμικά ξένο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θανάσιμη απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Όταν οι Νεότουρκοι κατέλαβαν την εξουσία, εμποτισμένοι με αυτή την πρωσική αντίληψη και σοκαρισμένοι από την απώλεια των εδαφών τους στους Βαλκανικούς Πολέμους, μετέφρασαν τον Λαό στα Όπλα με καθαρά εθνοτικούς όρους. Η επιβίωση της αυτοκρατορίας απαιτούσε τη βίαιη ομογενοποίηση της Μικράς Ασίας και τη μετατροπή της σε ένα συμπαγές τουρκικό έθνος-κράτος. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί, που ήλεγχαν την οικονομία και θεωρούνταν δυνητικά σύμμαχοι των δυτικών δυνάμεων, κατηγοριοποιήθηκαν αυτόματα ως ο εσωτερικός εχθρός που έπρεπε να εξουδετερωθεί.

Το Χάος του 1914 και η Συμμαχία της Αμοιβαίας Εκμετάλλευσης

Όταν ξέσπασε η Κρίση του Ιουλίου το 1914, η υπογραφή της μυστικής γερμανο-οθωμανικής συμμαχίας στις 2 Αυγούστου δεν ήταν το αποτέλεσμα γερμανικού εξαναγκασμού, αλλά μιας απεγνωσμένης οθωμανικής πρωτοβουλίας. Όπως τεκμηριώνει η ιστορική έρευνα για την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Κωνσταντινούπολη, έχοντας δεχθεί την άρνηση της Βρετανίας και της Γαλλίας, στράφηκε στο Βερολίνο για να αποτρέψει τον διαμελισμό της χώρας που θεωρούσε επικείμενο.

Από την πλευρά του, το Βερολίνο λειτούργησε με απόλυτο γεωπολιτικό οππορτουνισμό. Το σχέδιο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ για την εργαλειοποίηση του Ισλάμ μέσω της κήρυξης τζιχάντ στις αποικίες της Αντάντ, το οποίο εφαρμόστηκε τον Νοέμβριο του 1914, δεν βασιζόταν σε κάποιο βαθύ σεβασμό προς την αυτοκρατορία, αλλά στην επείγουσα ανάγκη για έναν στρατιωτικό αντιπερισπασμό. Καθώς ο πόλεμος στην Ευρώπη βάλτωνε, η Γερμανία χρειαζόταν την Τουρκία για να καθηλώσει βρετανικές και ρωσικές δυνάμεις μακριά από το Δυτικό και το Ανατολικό Μέτωπο.

Η ίδια η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο αποκαλύπτει το χαοτικό περιβάλλον της περιόδου. Ο Εμβέρ Πασάς, ενεργώντας σχεδόν πραξικοπηματικά και σε απόλυτη συνεννόηση με τον Γερμανό ναύαρχο Σουσόν, έστειλε γερμανικά πολεμικά πλοία υπό οθωμανική σημαία να βομβαρδίσουν ρωσικά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα. Το γεγονός αυτό έφερε την υπόλοιπη οθωμανική κυβέρνηση προ τετελεσμένων γεγονότων, προκαλώντας κύμα παραιτήσεων, αλλά η μοιραία σύνδεση είχε πλέον επισφραγιστεί.

Ο Εγκλωβισμός της Ελλάδας και ο Εθνικός Διχασμός

Η γερμανο-οθωμανική σύμπραξη είχε άμεσες και καταστροφικές συνέπειες για την εσωτερική πολιτική ζωή της Ελλάδας, πυροδοτώντας τον Εθνικό Διχασμό. Η Αθήνα βρέθηκε εγκλωβισμένη σε μια γεωπολιτική παγίδα.Ο παραδοσιακός της εχθρός είχε ταχθεί με τις Κεντρικές Δυνάμεις, καθιστώντας κάθε ελληνική απόφαση ζήτημα υπαρξιακής επιβίωσης.

Ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος διέκρινε ορθά ότι η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο σήμαινε πως η ουδετερότητα θα άφηνε τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας εντελώς ανυπεράσπιστους απέναντι στις οθωμανικές διαθέσεις. Για τον Βενιζέλο, η μόνη επιλογή ήταν η συμμαχία με την Αντάντ.

Στον αντίποδα, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ επέβαλε την πολιτική της ουδετερότητας, η οποία όμως στην πράξη εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα γερμανικά συμφέροντα. Έχοντας εκπαιδευτεί στη Γερμανία και με στενούς οικογενειακούς δεσμούς με το Βερολίνο, ο Κωνσταντίνος πίστευε στο αήττητο της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής. Η δική του ουδετερότητα εμπόδιζε τους Συμμάχους να ανοίξουν έγκαιρα το μέτωπο των Βαλκανίων για να στηρίξουν τη Σερβία και να ασκήσουν πίεση στην Κωνσταντινούπολη.

Αυτή η πολιτική σύγκρουση οδήγησε στην απόλυτη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Το αποκορύφωμα της κρίσης σημειώθηκε το 1916, όταν η φιλοβασιλική κυβέρνηση παραχώρησε αναίμακτα το Φρούριο Ρούπελ και την Ανατολική Μακεδονία στις γερμανο-βουλγαρικές δυνάμεις, μια πράξη που θεωρήθηκε εθνική προδοσία και οδήγησε στη δημιουργία δύο παράλληλων ελληνικών κρατών.

Διοικητική Μέριμνα και Πορείες Θανάτου

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η γερμανο-οθωμανική συνεργασία στη Μικρά Ασία μετέτρεψε τη θεωρία του ολοκληρωτικού πολέμου σε μια συστηματική γραφειοκρατική πρακτική εξόντωσης. Όπως καταγράφεται σε εκτενείς ιστορικές μελέτες για τους διωγμούς των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα μέτρα που είχαν ξεκινήσει σποραδικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους έλαβαν πλέον θεσμικό και καθολικό χαρακτήρα.

Εδώ αναδεικνύεται ο βαθύς συνδιοργανωτικός ρόλος της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής υπό τον στρατηγό Όθωνα Λίμαν φον Σάντερς. Οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν απέφευγαν τις άμεσες μαζικές σφαγές στα αστικά κέντρα, οι οποίες θα προκαλούσαν τη διεθνή κατακραυγή, και επικεντρώθηκαν σε δύο άξονες:

Τα Τάγματα Εργασίας (Amele Taburlari): Όλοι οι Χριστιανοί άνδρες μάχιμης ηλικίας επιστρατεύονταν καταναγκαστικά για τη διάνοιξη δρόμων και σιδηροδρόμων που εξυπηρετούσαν τις πολεμικές ανάγκες της συμμαχίας. Υπό συνθήκες προγραμματισμένης ασιτίας και κακοποίησης, τα τάγματα αυτά μετατράπηκαν σε κινητά στρατόπεδα θανάτου.

Οι Λευκές Πορείες: Ολόκληρες κοινότητες γυναικόπαιδων εκτοπίζονταν βίαια προς την αφιλόξενη ενδοχώρα της Ανατολίας με το πρόσχημα της στρατιωτικής ασφάλειας των παραλίων.

Η στάση των Γερμανών αξιωματικών ήταν το απαύγασμα του πολεμικού κυνισμού.Η γερμανική ανώτατη διοίκηση παρείχε πλήρη κάλυψη στις οθωμανικές μεθόδους, θεωρώντας τες αναγκαία στρατιωτικά μέτρα για τη διασφάλιση των μετόπισθεν. Αρκετά στοιχεία για αυτή τη μεθοδολογία παρατίθενται στις καταθέσεις και αναλύσεις για την καταστροφή των πληθυσμών στη Σμύρνη και την Ιωνία. Ακόμα και όταν ο Λίμαν φον Σάντερς παρενέβη το 1916 για να περιορίσει προσωρινά τους εκτοπισμούς, η απόφασή του δεν υποκινήθηκε από ανθρωπιστικά κίνητρα, αλλά από τον ψυχρό υπολογισμό ότι η ξαφνική κατάρρευση της τοπικής οικονομίας θα έπληττε τον εφοδιασμό του στρατού. Η ίδια εγκληματική ανοχή επιδείχθηκε και κατά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, την οποία το Βερολίνο αποδέχθηκε ως εσωτερική αναγκαιότητα του συμμάχου του.

Η Μικρασιατική Καταστροφή ως η Τελική Πράξη

Η αλυσίδα της αιτιότητας που σφυρηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου έκλεισε οριστικά τον Σεπτέμβριο του 1922. Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη το 1919, το έδαφος είχε ήδη ναρκοθετηθεί από τα τετελεσμένα της περιόδου 1914-1918. Η πολυπολιτισμική συνύπαρξη αιώνων είχε διαλυθεί ανεπανόρθωτα από τις πολιτικές της εθνοκάθαρσης.

Το εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ δεν γεννήθηκε στο κενό. Στελεχώθηκε στην πλειοψηφία του από τους ίδιους Νεότουρκους αξιωματικούς που είχαν γαλουχηθεί με τις πρωσικές στρατιωτικές θεωρίες και είχαν αποκτήσει τεράστια πρακτική εμπειρία στη διοικητική οργάνωση των εκτοπισμών κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όπως υπογραμμίζεται στα αρχεία του Κέντρου Έρευνας για την Ελληνική Γενοκτονία, η πυρπόληση της Σμύρνης και η μαζική σφαγή των χριστιανικών πληθυσμών ήταν η τελική, μεθοδική εφαρμογή μιας κοσμοθεωρίας που έβλεπε την ολοκληρωτική εξάλειψη των μειονοτήτων ως απαράβατο όρο για τη γέννηση και τη σταθερότητα του νέου τουρκικού κράτους.

Η Μικρασιατική Καταστροφή υπήρξε το προϊόν μιας μοιραίας ιστορικής σύγκλισης. Το Βερολίνο δεν χρειάστηκε να επιβάλει τη βία στους συμμάχους του.Βρήκε στην Κωνσταντινούπολη ένα καθεστώς κυριευμένο από υπαρξιακό πανικό, έτοιμο να υιοθετήσει τις πιο ακραίες λύσεις. Ωστόσο, η Γερμανία προσέφερε κάτι εξίσου καθοριστικό.Την ιδεολογική νομιμοποίηση του ολοκληρωτικού πολέμου, τη διοικητική τεχνογνωσία για τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών και, κυρίως, την απόλυτη γεωπολιτική ασυλία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της γερμανο-οθωμανικής στρατιωτικής συμβίωσης, ο Ελληνισμός της Ανατολής μετατράπηκε στο πρώτο μεγάλο θύμα μιας νέας, αδίστακτης εποχής βιομηχανοποιημένης βίας.

Χριστόδουλος Μολύβας 

Πηγές:

​Carnegie Council - The Ottoman Road to War

The 1914 Ottoman Jihad Proclamation

Military History - The National Schism

Oxford University Research Archive

Hellenic Research Center - The Destruction of Smyrna

Greek Genocide Resource Center 



Σχόλια