Ντέιβιντ Λίβινγκστον: Η Επική Πορεία από τους Θορυβώδεις Αργαλειούς στην Καρδιά της Αφρικής





Η ιστορία του Ντέιβιντ Λίβινγκστον (1813–1873) είναι η απόλυτη μαρτυρία της ανθρώπινης υπέρβασης. Σε μια εποχή που η κοινωνική θέση καθόριζε το πεπρωμένο, έσπασε τα δεσμά της φτώχειας χρησιμοποιώντας ως μοχλό την αδιανόητη επιμονή του.

Γιος ενός φτωχού πλανόδιου εμπόρου τσαγιού, ο Λίβινγκστον μεγάλωσε σε ένα μικρό σπίτι στο Μπλαντάιρ της Σκωτίας. Ενώ τα παιδιά της αριστοκρατίας μάθαιναν γράμματα σε άνετα θρανία, ο Ντέιβιντ εργαζόταν στις βαμβακοβιομηχανίες της εταιρείας Monteith.

Η καθημερινότητά του ήταν εξαντλητική: η εργασία ξεκινούσε στις 6 το πρωί και διαρκούσε μέχρι τις 8 το βράδυ. Δεκατέσσερις ώρες σωματικής καταπόνησης σ' αυτήν την ηλικία θα είχαν λυγίσει οποιονδήποτε άλλο, όχι όμως τον Λίβινγκστον, ο οποίος δούλευε και ταυτόχρονα μελετούσε! Τοποθετούσε το βιβλίο του πάνω στην κλωστική μηχανή. Καθώς οι αργαλειοί κινούνταν, εκείνος διάβαζε μια φράση κάθε φορά που περνούσε από μπροστά τους.

Η πνευματική του εργασία συνεχιζόταν και μετά τη δουλειά. Με τις λίγες οικονομίες του αγόρασε μια λατινική γραμματική και μελετούσε από τις 8 το βράδυ έως τις 12 τα μεσάνυχτα. Η μητέρα του, ανήσυχη για την υγεία του, αναγκαζόταν να του κλείνει το βιβλίο με τη βία. Αυτή η ικανότητα απόλυτης συγκέντρωσης μέσα στον θόρυβο ήταν το κλειδί που του επέτρεψε αργότερα να κρατά επιστημονικά ημερολόγια μέσα στη ζούγκλα, περιτριγυρισμένος από κινδύνους.

Το 1855, κατά τη διάρκεια της μεγάλης του πορείας από τον Ατλαντικό στον Ινδικό Ωκεανό, ο Λίβινγκστον άκουσε για πρώτη φορά από τους ιθαγενείς για το Mosi-oa-Tunya («Ο καπνός που βροντά»). Στις 17 Νοεμβρίου, πλησίασε με κανό στο χείλος ενός απόκοσμου βαράθρου.

Στο ημερολόγιό του, η περιγραφή του είναι γεμάτη δέος:

«Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί την ομορφιά αυτής της θέας από οτιδήποτε έχει δει στην Αγγλία. Σκηνές τόσο υπέροχες, που πρέπει να τις κοίταζαν οι άγγελοι κατά την πτήση τους».

Ο Λίβινγκστον έδωσε το όνομα της Βασίλισσας Βικτώριας στους καταρράκτες — η μόνη φορά που αντικατέστησε ένα τοπικό όνομα με βρετανικό. Η ανακάλυψη αυτή τον μετέτρεψε σε εθνικό ήρωα, αλλά για τον ίδιο ήταν απλώς ένας σταθμός στην αποστολή του να βρει εμπορικούς δρόμους που θα αντικαθιστούσαν το δουλεμπόριο.

Το 1844, στο Μαμπότσα, ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο. Ένα λιοντάρι επιτέθηκε στο χωριό και ο ίδιος βγήκε να το αντιμετωπίσει. Το θηρίο τον άρπαξε από τον ώμο, τινάζοντάς τον «όπως το τεριέ τινάζει έναν αρουραίο». Περιέγραψε την εμπειρία με την ψυχραιμία επιστήμονα:

«Το τίναγμα προκάλεσε ένα είδος λήθαργου... δεν ένιωσα πόνο ούτε τρόμο, αν και είχα πλήρη συνείδηση του τι συνέβαινε».

Το χέρι του έμεινε παραμορφωμένο για το υπόλοιπο της ζωής του — έντεκα τρύπες από δόντια στο κόκαλο του βραχίονά του. Αυτό το σημάδι ήταν που επέτρεψε στους γιατρούς στο Λονδίνο να ταυτοποιήσουν τη σορό του χρόνια αργότερα.

Το 1871, ο Λίβινγκστον έγινε μάρτυρας μιας φρικαλεότητας που άλλαξε την πορεία του ακτιβισμού του. Στο Νιανγκουέ, Άραβες δουλέμποροι άνοιξαν πυρ σε μια πολυσύχναστη αγορά, σκοτώνοντας πάνω από 400 ανθρώπους, κυρίως γυναίκες.

Στο ημερολόγιό του, το οποίο έγραφε με αυτοσχέδιο μελάνι από φυτά πάνω σε παλιές εφημερίδες επειδή του είχαν τελειώσει τα σύνεργα, σημεύωσε:

«Είναι φρικτό... είναι ένας φοβερός κόσμος αυτός. Καθώς γράφω, πυροβολισμός μετά τον πυροβολισμό πέφτει πάνω στους πρόσφυγες στην άλλη πλευρά του ποταμού... Ω, Κύριε, ας έρθει η βασιλεία Σου».

Η αναφορά του για αυτή τη σφαγή συγκλόνισε τη Βρετανία και οδήγησε στο κλείσιμο της αγοράς σκλάβων στη Ζανζιβάρη.

Για χρόνια, ο ιεραπόστολος-εξερευνητής θεωρούνταν χαμένος. Είχε απομονωθεί στην κεντρική Αφρική, αναζητώντας τις πηγές του Νείλου. Όταν ο δημοσιογράφος Χένρι Μόρτον Στάνλεϊ τον συνάντησε τελικά στην Ουτζίτζι τον Οκτώβριο του 1871, τον βρήκε σκελετωμένο, άρρωστο και χωρίς δόντια.

Παρά την προσφορά του Στάνλεϊ να τον μεταφέρει στην Αγγλία, ο Λίβινγκστον αρνήθηκε. Η επιμονή που είχε δείξει στο εργοστάσιο της Γλασκόβης ήταν ακόμα εκεί. «Είμαι προετοιμασμένος να πάω οπουδήποτε, αρκεί να είναι μπροστά», έλεγε συχνά.

Τον Μάιο του 1873, οι πιστοί του σύντροφοι, ο Τσούμα και ο Σούσι, τον βρήκαν νεκρό σε στάση προσευχής στην καλύβα του. Αυτό που ακολούθησε είναι μια από τις πιο συγκινητικές ιστορίες αφοσίωσης στην παγκόσμια ιστορία. Οι Αφρικανοί σύντροφοί του πήραν μια τολμηρή απόφαση:

Αφαίρεσαν την καρδιά του και την έθαψαν κάτω από ένα δέντρο Mvula. Είπαν: «Η καρδιά του ανήκει στην Αφρική».

Ύστερα ταρίχευσαν το σώμα του με αλάτι και το άφησαν στον ήλιο για 14 ημέρες. Στη συνέχεια, το τύλιξαν σε φλοιό δέντρου και το μετέφεραν στους ώμους τους για 9 μήνες, διανύοντας πάνω από 2.500 χιλιόμετρα μέσα από εχθρικά εδάφη και βάλτους, για να το παραδώσουν στο βρετανικό προξενείο.

Όταν ρωτήθηκαν γιατί το έκαναν, η απάντησή τους ήταν απλή: «Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος και έπρεπε να ταφεί ανάμεσα σε σπουδαίους ανθρώπους».

Ο Ντέιβιντ Λίβινγκστον πέτυχε το ακατόρθωτο γιατί ποτέ δεν ξέχασε το μάθημα της κλωστικής μηχανής: ότι τα εμπόδια υπάρχουν για να τα μελετάμε και να τα ξεπερνάμε. Έγινε γιατρός, εξερευνητής και ανθρωπιστής χωρίς να λάβει ποτέ βοήθεια, παρά μόνο από τη δική του ατσάλινη θέληση. Η κληρονομιά του δεν είναι μόνο οι χάρτες που σχεδίασε, αλλά η έμπνευση ότι κανένα ξεκίνημα δεν είναι πολύ φτωχό για να οδηγήσει σε ένα μεγαλειώδες τέλος.

Χριστόδουλος Μολύβας


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

The Unknown Greek Landing in Beirut (1826)