Περί της Ενώσεως των Εκκλησιών: Μια Ιστορική και Θεολογική Προσέγγιση
Του Ιβάν Γκεόργκιεβιτς Αϊβάζοφ
Όταν οι άνθρωποι μιλούν για την ένωση των Εκκλησιών, εννοούν πάντα την Ανατολική – Ορθόδοξη και τη Δυτική – Ρωμαϊκή. Ο θλιβερός χωρισμός αυτών των Εκκλησιών πιέζει τις ψυχές των αληθινών ζηλωτών της Εκκλησίας του Χριστού. Στις κοινές προσευχές προς τον Κύριο ακούμε: «Τους εσκορπισμένους σύναξον, τους πεπλανημένους επί την ορθήν οδόν επανάγαγε…». Και με τρέμουλο η ψυχή του αληθινού Χριστιανού επιθυμεί να τελειώσει επιτέλους ο χωρισμός των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης και όλοι με ένα στόμα και μια καρδιά να ομολογούν τη χριστιανική πίστη.
Επί πολλούς αιώνες ακουγόταν από την Ανατολή και τη Δύση το κάλεσμα για ενότητα, αλλά ο χωρισμός όχι μόνο παρέμενε, αλλά βάθυνε ακόμα περισσότερο. Πού βρίσκεται η αιτία ενός τόσο θλιβερού φαινομένου και ποιος είναι ο υπαίτιος του χωρισμού;.. Τέλος, με ποιο δρόμο είναι δυνατόν ο χωρισμός να μετατραπεί σε ένωση;.. Σε αυτά τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια τεκμηριωμένη και αδιάψευστη απάντηση.
Το Κριτήριο της Εκκλησιαστικής Ορθότητας
Σε τι πρέπει η αληθινή Εκκλησία του Χριστού να θεμελιώνει την πίστη της και τη δομή της, και τι χρησιμεύει ως κριτήριο της ορθότητας της εκκλησιαστικής πίστης και δομής; Απαντάμε: καθολική και αιώνια σημασία στην Εκκλησία του Χριστού έχουν οι θείες, ευαγγελικές και αποστολικές Άγιες Γραφές και η Ιερά Παράδοση, καθώς και οι θεμελιώδεις αρχές των αγίων επτά Οικουμενικών Συνόδων για ζητήματα πίστης και εκκλησιαστικής δομής. Έτσι δίδασκαν και αυτό το δρόμο ακολούθησαν και οι δύο Εκκλησίες –Ανατολική και Δυτική– κατά τη διάρκεια των πρώτων εννέα αιώνων του Χριστιανισμού και γι' αυτό παρέμεναν σε ενότητα και πλήρη προσευχητική κοινωνία.
Αλλά ιδού, συνέβη η ρήξη της ενότητας, η οποία με την πάροδο του χρόνου όλο και περιπλεκόταν και βάθυνε. Η Ρωμαϊκή εκκλησία πήρε το δρόμο της εισαγωγής καινοτομιών στο θέμα της πίστης και της εκκλησιαστικής δομής. Αν, –λέει ο μέγας ιεράρχης Φώτιος– οι αποκλίσεις δεν αφορούν την πίστη ή κάποιον γενικό συνοδικό ορισμό, για παράδειγμα, όταν άλλοι κρατούν τέτοιες τάξεις και έθιμα και άλλοι ενεργούν διαφορετικά, τότε, κρίνοντας σωστά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι και εκείνοι που φυλάσσουν ένα γνωστό έθιμο δεν κάνουν τίποτα άδικο, και εκείνοι που δεν το έχουν δεν αμαρτάνουν (Επιστ. Φωτίου 3, § 6). Είναι όμως έτσι «αναμάρτητες» οι καινοτομίες που συσσωρεύτηκαν σε μεγάλο αριθμό στη Ρωμαϊκή Εκκλησία, ή αυτές οι καινοτομίες αγγίζουν την ίδια την πίστη και τους γενικούς συνοδικούς ορισμούς;.. Ας εξετάσουμε το ζήτημα προσεκτικά και τεκμηριωμένα.
Οι Καινοτομίες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας
Πού έγκεινται οι καινοτομίες που εισήχθησαν στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και τις οποίες δεν έχει η Ανατολική Εκκλησία;
Από τον 9ο αιώνα στη Δύση άρχισε σιγά-σιγά να αλλοιώνεται το ιερό Σύμβολο της Πίστεως, που συντάχθηκε και επικυρώθηκε από Οικουμενική Σύνοδο, και αυθαίρετα άρχισε να διαδίδεται η διδασκαλία ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό (filioque). Είναι γνωστό ότι ο υπερασπιστής της αληθινής πίστης, ο Ρωμαίος πάπας Λέων Γ΄, στη Σύνοδο του 809 απέρριψε και καταδίκασε αυτή την παράνομη και αντίθετη προς το Ευαγγέλιο προσθήκη «και από τον Υιό», διατάσσοντας μάλιστα να χαραχθεί σε δύο αργυρές πλάκες –στα ελληνικά και στα λατινικά– το αυθεντικό, χωρίς καμία προσθήκη, ιερό Σύμβολο της Πίστεως, όπως επικυρώθηκε στην 1η και 2η Οικουμενική Σύνοδο, με την εξής επιγραφή: haec Leo posui amore et cantela fidei orthodoxas (βλ. Αναστάσιο τον βιβλιοθηκάριο στη Ρώμη: «Vita Leonis III» – στις βιογραφίες των παπών).
Ο Μέγας Ιεράρχης Φώτιος, θυμίζοντας αυτή την αιώνια αξιομνημόνευτη δραστηριότητα του ορθόδοξου Ρωμαίου πάπα Λέοντα Γ΄ κατά των κακοδόξων, λέει στην επιστολή του προς τον μητροπολίτη Ακυιληίας: «Αφήνω εκείνους που υπήρξαν νωρίτερα, αλλά ιδού ο Λέων, επίσκοπος Ρώμης, εκείνος που υπήρξε στην αρχαιότητα, και ο άλλος μεταγενέστερος, έδειξαν τους εαυτούς τους ομόφρονες με την καθολική αποστολική Εκκλησία, με τους αγίους επισκόπους που υπήρξαν πριν από αυτούς και τις αποστολικές διατάξεις. Ο πρώτος προσέφερε μεγάλη βοήθεια στην Αγία Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο μέσω των εκπροσώπων που έστειλε και μέσω της επιστολής του, στην οποία ελέγχθηκαν ο Νεστόριος και ο Ευτυχής· στην ίδια επιστολή διακήρυξε και για το Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με τους προηγούμενους συνοδικούς ορισμούς, ότι Εκπορεύεται από τον Πατέρα, και όχι από τον Υιό. Με τον ίδιο τρόπο είναι ίσος με αυτόν στην πίστη, όπως και στο όνομα, και ο άλλος – ο μεταγενέστερος Λέων. Αυτός, φλογερός ζηλωτής της ευσέβειας, για να μην υποστεί η καθαρή μας διδασκαλία της ευσέβειας καμία βλάβη και αλλοίωση από τη βάρβαρη γλώσσα, διέταξε στη Δύση να δοξολογούν την Αγία Τριάδα και να διδάσκουν γι' Αυτήν στην αρχική γλώσσα – την ελληνική. Και δεν περιορίστηκε μόνο στο λόγο και την προσταγή, αλλά, κατασκευάζοντας δύο πλάκες, σαν δύο στύλους, χάραξε πάνω τους (το Σύμβολο της Πίστεως) και τις τοποθέτησε σε κοινή θέα όλων, καρφώνοντάς τις στις εκκλησιαστικές πόρτες, ώστε να είναι εύκολο για τον καθένα και χωρίς λάθος να μάθει την ευσέβεια και να μην υπάρχει καμία δυνατότητα με κρυφή αλλοίωση και καινοτομίες να διαστρεβλώνεται η χριστιανική αλήθεια και να εισάγεται ο Υιός, εκτός από τον Πατέρα, ως δεύτερη αιτία του εκπορευόμενου από τον Πατέρα Πνεύματος, ισότιμου με τον γεννηθέντα από τον Πατέρα Υιό. Και όχι μόνο αυτοί οι δύο Άγιοι άνδρες, που έλαμψαν στη Δύση, διατήρησαν την πίστη την αρχαιοπαράδοτη: η Εκκλησία έχει μια διόλου μικρή χορεία και άλλων κηρύκων της αλήθειας στη Δύση» (Φωτ. επιστ. 5, § 3).
Ωστόσο, όχι νωρίτερα από τον 10ο ή ακόμα και τις αρχές του 11ου αιώνα η προσθήκη «filioque» έγινε δεκτή από τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, και με αυτόν τον τρόπο αμάρτησε στην ίδια την πίστη, παίρνοντας το δρόμο της αντίστασης στην Ευαγγελική διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο από τον Πατέρα εκπορεύεται (Ιωάν. 15:26), και στον επικυρωμένο από τη 2η Οικουμενική Σύνοδο 8ο όρο του Συμβόλου της Πίστεως: «και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…»
Σε μεταγενέστερους χρόνους η Ρωμαϊκή Εκκλησία εισήγαγε το βάπτισμα μέσω ραντισμού και επίχυσης και με αυτόν τον τρόπο παραβίασε την αποστολική παράδοση και την εκκλησιαστική πρακτική των επτά Οικουμενικών Συνόδων, σύμφωνα με τις οποίες το βάπτισμα τελούνταν μέσω τριών καταδύσεων στο νερό. Ο Ρωμαίος πάπας Πελάγιος αποκαλούσε ένα τέτοιο βάπτισμα θέσμιο του Κυρίου και ακόμα τον 13ο αιώνα στη Δύση το βάπτισμα τελούνταν μέσω τριών καταδύσεων, για το οποίο μαρτυρούν τα διασωθέντα σε αρχαίους ναούς της Ιταλίας ιερά βαπτιστήρια. Κατά τη διδασκαλία του αγίου Αποστόλου Παύλου: «Όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν. Συνετάφημεν ούν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον… σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού» (Ρωμ. 6:3–5), «συνταφέντες αυτώ εν τω βαπτίσματι» (Κολ. 2:12). Η ταφή είναι η κατάδυση στη γη, και για εκείνους που εισέρχονται στην Εκκλησία έχει οριστεί το «ομοίωμα» του θανάτου του Χριστού, δηλαδή η ίδια η «κατάδυση», αλλά στο νερό· και «καθ' ομοίωση» της τριήμερης παραμονής του Χριστού στον τάφο έχει οριστεί η «τριπλή» κατάδυση στο νερό. Γι' αυτό ακριβώς ο πάπας Πελάγιος ονόμαζε το βάπτισμα μέσω τριών καταδύσεων στο νερό θέσμιο του Κυρίου. Και η Ρωμαϊκή Εκκλησία όχι νωρίτερα από τον 14ο αιώνα απέρριψε αυτό το θέσμιο του Κυρίου.
Για περισσότερα από χίλια χρόνια οι Εκκλησίες Ανατολική και Δυτική τελούσαν τη Θεία Ευχαριστία με ένζυμο άρτο. Αλλά από τον 11ο αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία εισήγαγε τη χρήση των αζύμων και με αυτό απέρριψε την παγκόσμια εκκλησιαστική πρακτική χιλίων ετών, θέτοντας διαφορά μεταξύ των Εκκλησιών, ενάντια στις εντολές του Αποστόλου Παύλου, ώστε στην Εκκλησία όλα να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» (Α΄ Κορ. 14:40).
Από τον 9ο αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία, ενάντια στην παγκόσμια πρακτική των αρχαίων Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης, καθώς και ενάντια στις προσταγές του αγίου Αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 11:26–29), στέρησε από τους λαϊκούς το Ευχαριστιακό Ποτήριο, μεταδίδοντάς τους μόνο άζυμα!... Ερωτάται, τι σημαίνει μια τέτοια «μετάληψη» των λαϊκών; Κατά τον Απόστολο Παύλο: «Οσάκις γάρ αν εσθίητε τον άρτον τούτον και το ποτήριον τούτο πίνητε, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, άχρις ού αν έλθη… Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω» (Α΄ Κορ. 11:26–28). Εκείνος που παραβαίνει την προσταγή του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος έλαβε αυτή την προσταγή από τον Ίδιο τον Κύριο (Α΄ Κορ. 11:23), «μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου… κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α΄ Κορ. 11:29). Και, κατά συνέπεια, η Ρωμαϊκή Εκκλησία στην αυθαίρετη μετάληψη των λαϊκών δεν τους μεταδίδει σωτηρία, αλλά «κατάκριση»!...
Οι αρχαίες ρωμαϊκές και γαλλικές ακολουθίες μαρτυρούν ότι όχι μόνο η Ανατολική, αλλά και η Δυτική Εκκλησία, πιστές στην αρχαία πρακτική της εποχής των επτά Οικουμενικών Συνόδων, αναγνώριζαν ότι τα Τίμια Δώρα καθαγιάζονται μετά την προσευχή της επίκλησης του Αγίου Πνεύματος μέσω της ιερατικής ευλογίας. Αλλά η Ρωμαϊκή Εκκλησία και εδώ εισήγαγε καινοτομία, σύμφωνα με την οποία ο καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων συμβαίνει κατά την εκφώνηση των λόγων του Κυρίου: «Λάβετε φάγετε: τούτο έστι το σώμά μου» και «Πίετε εξ αυτού πάντες: τούτο γάρ έστι το αίμα μου» (Ματθ. 26:26–28). Έτσι, η Ρωμαϊκή Εκκλησία και σε αυτό έθεσε διαφορά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και με αυτό παραβίασε το νόμο του αγίου Αποστόλου Παύλου, ώστε στις Εκκλησίες όλα να γίνονται «ευσχημόνως και κατά τάξιν» (Α΄ Κορ. 14:40).
Από τον 12ο αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία εισήγαγε νέες διδασκαλίες: για το καθαρτήριο πυρ, τις υπερβάλλουσες αξιομισθίες των Αγίων, τη διανομή τους στους αμαρτωλούς, για την τέλεια ανταπόδοση στους δικαίους πριν από την κοινή Ανάσταση και την κρίση κ.λπ… Όλες αυτές οι καινοτομίες βρίσκονται σε οξεία αντίθεση με την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, καθώς και με την πρακτική των αρχαίων Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης και αποτελούν καρπό της «ψευδωνύμου γνώσεως, ήν τινες επαγγελλόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α΄ Τιμ. 6:20–21).
Μόλις πριν από 150 περίπου χρόνια (το 1854) η Ρωμαϊκή Εκκλησία εισήγαγε ένα νέο δόγμα για την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, παρά το γεγονός ότι η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση, καθώς και οι δύο Εκκλησίες τόσο πριν από το χωρισμό όσο και μετά, δίδασκαν για μία μόνο καθαρή και άσπιλη, από το Άγιο Πνεύμα και τη Μαρία την Παρθένο, υπερφυσική σύλληψη του Μονογενούς Υιού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού!.. Όλοι δε όσοι δέχθηκαν το θάνατο, είναι αμαρτωλοί από τη σύλληψη μέχρι το θάνατο, αμαρτωλοί με την προγονική ή κληρονομική αμαρτία από τον Αδάμ (Ρωμ. 5:12, 6:23), και έπειτα και με τις προσωπικές (Ιακ. 3:2). Σε όλους τους γεννηθέντες από σαρκικό πατέρα και μητέρα εκπληρώνεται το: «ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50:7)…
Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία στο πρόσωπο των παπών στους τελευταίους καιρούς, για παράδειγμα: στην εγκύκλιο – περιφερειακή επιστολή – του πάπα Λέοντα ΙΓ΄ (1894), καλώντας την Ανατολική Εκκλησία σε ενότητα με τη Ρωμαϊκή, συγκαλύπτει όλες τις παραπάνω εκτεθείσες δογματικές καινοτομίες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και δήθεν ως μοναδική αιτία του χωρισμού των Εκκλησιών παρουσιάζει τη μη αναγνώριση από την Ανατολική Εκκλησία της αρχηγίας στην Παγκόσμια Εκκλησία του Ρωμαίου πάπα. Η ένωση των Εκκλησιών, κατά τη δήλωση του πάπα Λέοντα ΙΓ΄, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της αναγνώρισης του πάπα ως ανώτατου αρχιερέα, ύψιστου πνευματικού και κοσμικού αρχηγού όλης της Εκκλησίας, μοναδικού τοποτηρητή του Χριστού στη γη, διανομέα κάθε χάριτος.
Ο πάπας Λέων ΙΓ΄, προς μεγάλη σύγχυση των Χριστιανών, δηλώνει ότι με την αναγνώριση του πάπα ως Κεφαλής της Εκκλησίας, κάθε επιμέρους Εκκλησία και μετά την ένωση μπορεί να διατηρεί τα δόγματά της και τους κανόνες της, ακόμα και αν αυτοί είναι διαφορετικοί από εκείνους που κατέχει η Ρωμαϊκή Εκκλησία!.. Μόλις συμφωνήσουμε με τον πάπα, αμέσως στην εκκλησιαστική ζωή θα εισέλθει η αδιαφορία όσον αφορά τα δόγματα και τις βάσεις της εκκλησιαστικής δομής. Και εκεί όπου υπάρχει μια τέτοια αδιαφορία, προκύπτει τελικά ένας αδoγμάτιστος και αποδιοργανωμένος «Χριστιανισμός», ο οποίος μόνο στο όνομα είναι «Χριστιανισμός», ενώ στην ουσία του είναι ανθρώπινο επινόημα, γεμάτο διάφορους συμβιβασμούς, μεταβλητότητες κ.λπ.
Η ανακοινωθείσα από τον Λέοντα ΙΓ΄ βάση για την ένωση όλων των Εκκλησιών υπό την αρχηγία του πάπα θυμίζει τη βάση της «Παγκόσμιας Ευαγγελικής Συμμαχίας», η οποία με σκοπό την ενοποίηση των προτεσταντικών ομολογιών και αιρέσεων, λαμβάνοντας υπόψη την ποικιλία των δογμάτων και της δομής τους, έθεσε ως βάση της ένωσης την αδιαφορία στα δόγματα και τις βάσεις της εκκλησιαστικής δομής, αρκεί μόνο να προσχωρήσουν στην «Παγκόσμια Ευαγγελική Συμμαχία» και να υποταχθούν στη διοίκησή της. Είναι κατανοητό ότι εδώ έχουμε να κάνουμε όχι με μια «Ευαγγελική Συμμαχία», αλλά με μια καθαρά ανθρώπινη οργάνωση για την επίτευξη όχι θρησκευτικών, αλλά εγκόσμιων σκοπών, υπό το «ευαγγελικό» κάλυμμα, πράγμα που αποκαλύφθηκε στη δραστηριότητα αυτής της Συμμαχίας. Με ποιο τρόπο οι πάπες στάθηκαν σε ένα τέτοιο δρόμο, ενάντια στις εντολές του αγίου Αποστόλου Παύλου: «Θαυμάζω ότι ούτω ταχέως μετατίθεσθε από του καλέσαντος υμάς εν χάριτι Χριστού εις έτερον ευαγγέλιον… αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ό ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ. 1:8–9)!
Το Ζήτημα της Αρχηγίας του Πάπα
Πάνω σε τι οι πάπες θεμελιώνουν την αρχηγία τους στην Παγκόσμια Εκκλησία; Οι πάπες θεωρούν τους εαυτούς τους διαδόχους του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίο δήθεν ο Χριστός παρέδωσε την αρχηγία στην Εκκλησία, λέγοντας: «Σύ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν» (Ματθ. 16:18). Ας το εξετάσουμε.
Πρώτα απ' όλα σημειώνουμε ότι στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας και η Παράδοση, και όλοι οι Άγιοι Πατέρες εννοούσαν εδώ υπό τον όρο «πέτρα» την ορθή ομολογία του Πέτρου για τον Κύριο: «Σύ ει ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16:16), αλλά όχι προσωπικά τον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος, ως γνωστόν, τρεις φορές αρνήθηκε τον Ιησού Χριστό (Ματθ. 26:69–74) και τον οποίο ο Απόστολος Παύλος ήλεγξε για προσωποληψία στις σχέσεις προς τους Χριστιανούς από τους ιουδαίους και τους εθνικούς (Γαλ. 2:12–18)!
Αλλά το κυριότερο είναι η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου: «Θεμέλιον γάρ άλλον ουδείς δύναται θείαι παρά τον κείμενον, ός έστιν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3:11). Ο Χριστός είναι ο «ακρογωνιαίος λίθος, εν ώ πάσα οικοδομή συναρμολογουμένη αύξει εις ναόν άγιον εν Κυρίω» (Εφεσ. 2:20–21). «Έπινον γάρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ήν ο Χριστός» (Α΄ Κορ. 10:4). Ο ίδιος ο άγιος Απόστολος Πέτρος ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του «πέτρα», πάνω στην οποία ο Χριστός έχτισε την Εκκλησία, αλλά δίδασκε: «Προς όν προσερχόμενοι (τον Χριστόν), λίθον ζώντα… διότι περιέχει εν τη γραφή· ιδού τίθημι εν Σιών λίθον ακρογωνιαίον, εκλεκτόν, έντιμον, και ο πιστεύων επ' αυτώ ου μή καταισχυνθή» (Α΄ Πέτρ. 2:4–6, Ησ. 28:16). Γι' αυτό στην Αγία Γραφή δεν ονομάζεται ο Απόστολος Πέτρος «Κεφαλή της Εκκλησίας», αλλά Εκείνος (ο Χριστός) «έστιν η κεφαλή του σώματος της εκκλησίας» (Κολ. 1:18), διότι ο ίδιος ο Θεός «αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις έστι το σώμα αυτού» (Εφεσ. 1:22).
Ο πάπας Λέων ΙΓ΄ προτείνει να στραφούμε στις ιστορικές πηγές, που δήθεν επιβεβαιώνουν την «αρχηγία» των παπών στην Παγκόσμια Εκκλησία, ως διαδόχων του Αποστόλου Πέτρου. Ωστόσο, στις ιστορικές πηγές βρίσκουμε το ακριβώς αντίθετο. Παρεμπιπτόντως σημειώνουμε ότι ο Απόστολος Πέτρος διόλου δεν υπήρξε ιδρυτής της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και η ιστορία δεν γνωρίζει τίποτα για την αποστολική του δραστηριότητα στη Ρώμη. Είναι βεβαιότερο ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Απόστολο Παύλο, ως απόστολο των «εθνών», και όχι των ιουδαίων, και μάλιστα μέσω των μαθητών του. Τουλάχιστον, η αποστολική διακονία του Αποστόλου Παύλου στη Ρώμη είναι πέρα από κάθε αμφιβολία (Πράξ. 28:15, Ρωμ. 1:9, 15:15, 16 κεφ. και Φιλιπ. 1:13).
Στην Αποστολική Σύνοδο στην Ιερουσαλήμ για το ζήτημα που ανησυχούσε όλες τις Εκκλησίες –σχετικά με την υποχρεωτικότητα για τους Χριστιανούς από τους εθνικούς της περιτομής και του Μωσαϊκού νόμου– προήδρευε ο Απόστολος Ιάκωβος, και όχι ο Απόστολος Πέτρος, και ο ίδιος ο Απόστολος Ιάκωβος εκφώνησε την καταληκτική ομιλία. Το θέμα εξέτασαν οι Απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, και λόγους εκφώνησαν οι Απόστολοι Πέτρος, Παύλος και Βαρνάβας. Η απόφαση πάρθηκε και στάλθηκε στους χριστιανούς από τους εθνικούς στην Αντιόχεια, τη Συρία και την Κιλικία εξ ονόματος των αποστόλων, των πρεσβυτέρων και των αδελφών, δηλαδή από όλη τη Σύνοδο, και όχι μόνο εξ ονόματος του αποστόλου Πέτρου (Πράξ. 15 κεφ.). Είναι σαφές ότι το ανώτατο όργανο διοίκησης των Εκκλησιών είναι η Οικουμενική Σύνοδος, στις αποφάσεις της οποίας βρίσκεται η σφραγίδα: «Έδοξε γάρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15:28).
Θα φαινόταν ότι και μόνο αυτή η μαρτυρία της Αγίας Γραφής θα ήταν αρκετή για να λυθεί το ζήτημα της «αρχηγίας» του πάπα στην Παγκόσμια Εκκλησία με αρνητικό τρόπο. Αλλά οι πάπες, παρακάμπτοντας τη Σύνοδο της Ιερουσαλήμ, προσπαθούν να το στηρίξουν αυτό με αναφορές στην ιστορία της μεταποστολικής Εκκλησίας. Αν σε αυτή την ιστορία βρισκόταν οτιδήποτε υπέρ της «αρχηγίας» των παπών, αυτό θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως εσφαλμένο, λόγω της ασυμφωνίας με την Ιεροσολυμιτική – Αποστολική Σύνοδο.
Ωστόσο, και στην ιστορία της μεταποστολικής εποχής βρίσκουμε την άρνηση της «αρχηγίας» των παπών στην Εκκλησία και την επικύρωση των Οικουμενικών Συνόδων ως του ανώτατου οργάνου διοίκησης της Παγκόσμιας Εκκλησίας. Μαρτυρούν γι' αυτό οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Οικουμενικές Σύνοδοι των πρώτων εννέα αιώνων του χριστιανισμού. Σε αυτές τις εποχές αναγνωριζόταν παντού ότι κάθε επίσκοπος είναι η κεφαλή και ο προεστώς της δικής του τοπικής Εκκλησίας και υποτάσσεται μόνο στους ορισμούς και τις αποφάσεις των Τοπικών Συνόδων, και σε σημαντικά ζητήματα για τις υποθέσεις όλης της Εκκλησίας – στους ορισμούς των Οικουμενικών Συνόδων. Σε αυτό πειθαρχούσαν και οι επίσκοποι της Δύσης. Και μόνο στους επισκόπους της Ρώμης, ως της κύριας πρωτεύουσας πόλης στην αυτοκρατορία, δινόταν το προβάδισμα της τιμής, αλλά όχι της εξουσίας, έναντι όλων των άλλων επισκόπων. Ο Ρωμαίος επίσκοπος ήταν πρώτος μεταξύ ίσων επισκόπων.
Και όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους, τότε στην Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) θεσπίστηκε: «Τα αυτά και ημείς ορίζομέν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβείων της αγιωτάτης εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης. Και γάρ τω θρόνω της πρεσβυτέρας Ρώμης, διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της νέας Ρώμης αγιωτάτω θρόνω» (Κανών 28ος).
Έτσι, ο επίσκοπος Ρώμης είναι ίσος με τον επίσκοπο της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και με τους επισκόπους των λοιπών Εκκλησιών. Και σε κανέναν κανόνα των Οικουμενικών Συνόδων, ούτε στους «Κανόνες των Αγίων Αποστόλων» και στους αποδεκτούς από τις Οικουμενικές Συνόδους «Κανόνες των Αγίων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας» δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Ρωμαίος πάπας είναι ο μοναδικός αρχηγός όλης της Εκκλησίας, αλάθητος κριτής των επισκόπων άλλων ανεξάρτητων και αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και τοποτηρητής του Χριστού στη γη. Αντίθετα, στους αποστολικούς κανόνες διαβάζουμε: «Τους επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρή τον εν αυτοίς πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν, και μηδέν τι πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης· εκείνα δε μόνα πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει, και ταις υπό αυτήν χώραις. Αλλά μηδέ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποιείτω τι. Ούτω γάρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός διά Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι, ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα» (Κανών 34ος· σύγκρ. 1η Οικουμενική Σύνοδος καν. 6–7, 2η Οικουμενική Σύνοδος καν. 2–3, 3η Οικουμενική Σύνοδος καν. 8, 4η Οικουμενική Σύνοδος 6, 36 και 39 και Σύνοδος Αντιοχείας καν. 9).
Σε άλλον (35ο) κανόνα των Αγίων Αποστόλων λέγεται: «Επίσκοπον μη τολμάν έξω των εαυτού όρων χειροτονίας ποιείσθαι εν πόλεσι και χώραις ταις μη υποκειμέναις αυτώ. Ει δε ελεγχθείη τούτο πεποιηκώς παρά την των κατεχόντων τας πόλεις εκείνας ή τας χώρας γνώμην, καθαιρείσθω και αυτός και οι υπ' αυτού χειροτονηθέντες».
Επομένως, όλοι οι επίσκοποι ως προς την εξουσία στις επαρχίες τους είναι ίσοι και ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον. Εάν οι επίσκοποι κάθε επιμέρους έθνους πρέπει να γνωρίζουν τον «πρώτο ανάμεσά τους» και να τον αναγνωρίζουν ως κεφαλή, και να μην κάνουν τίποτα πέρα από την εξουσία τους χωρίς τη δική του κρίση, τότε και ο «πρώτος ανάμεσά τους» επίσκοπος δεν κάνει τίποτα χωρίς την κρίση όλων. Εάν ονομάζεται «κεφαλή», αυτό δεν είναι λόγω εξουσίας, αλλά λόγω τιμής, ως πρώτος μεταξύ ίσων. Η ανώτατη εξουσία στην Εκκλησία ανήκει στην «κρίση όλων», δηλαδή στη Σύνοδο των επισκόπων.
Και η ιστορία μαρτυρεί ότι κάθε επιμέρους αυτοκέφαλη Εκκλησία στην Ανατολή και τη Δύση ήταν εντελώς ανεξάρτητη και αυτόνομη κατά τους χρόνους των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Όπως οι επίσκοποι των αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής, έτσι και οι επίσκοποι της Αφρικής, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας διοικούσαν τις Εκκλησίες τους μέσω των δικών τους τοπικών Συνόδων και οι Ρωμαίοι επίσκοποι δεν είχαν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις αυτών των αυτοκεφάλων εκκλησιών. Οι ίδιοι υποτάσσονταν στις τοπικές συνοδικές αποφάσεις για τις υποθέσεις της δικής τους αυτοκέφαλης εκκλησίας. Για δε τις υποθέσεις που αφορούσαν όλες τις Εκκλησίες, συγκαλούνταν Οικουμενικές Σύνοδοι και στις αποφάσεις τους υποτάσσονταν όλες οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωμαϊκής.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι πάπες, κυριευμένοι από φιλοδοξία και υπερηφάνεια, προσπάθησαν να επιβάλουν στην Ανατολική Εκκλησία την «αρχηγία» τους, αλλά συνάντησαν ισχυρή αντίσταση. Μια τέτοια αντίσταση έδωσε στον πάπα Δάμασο ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας.
Πηγή: Aivazov I.G. Περί της ενοποιήσεως των Εκκλησιών // Εφημερίδα του Πατριαρχείου Μόσχας. 1945. Τεύχος 5. Σ. 36-43.
Επεξεργασία κειμένου και απόδοση στα ελληνικά:Χριστόδουλος Μολύβας
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου